Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impactado
01
εντυπωσιασμένος, συγκινημένος
que siente admiración, sorpresa o una fuerte impresión por algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más impactado
συγκριτικός βαθμός
más impactado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
impactado
αρσενικό πληθυντικό
impactados
θηλυκό ενικό
impactada
θηλυκό πληθυντικό
impactadas
Παραδείγματα
Me quedé impactado al ver el talento de los jóvenes músicos.
Έμεινα εμβαθυσμένος βλέποντας το ταλέντο των νέων μουσικών.



























