regocijado
re
re
re
go
ɣo
gho
ci
θi
thi
ja
ˈxa
kha
do
ðo
dho
desgastadoprolongadoacampanadoacongojado

Ορισμός και σημασία του "regocijado"στα ισπανικά

regocijado
01

ευτυχισμένος

que siente gran alegría o satisfacción 
regocijado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más regocijado
συγκριτικός βαθμός
más regocijado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
regocijado
αρσενικό πληθυντικό
regocijados
θηλυκό ενικό
regocijada
θηλυκό πληθυντικό
regocijadas
θεματικό πεδίο
emoción, estado, comportamiento
Παραδείγματα
Ella se mostró regocijada al recibir el premio. 

Εμφάνισε τον εαυτό της χαρούμενο κατά τη λήψη του βραβείου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store