Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
resiliente
01
ανθεκτικός
que tiene la capacidad de adaptarse y recuperarse frente a situaciones difíciles o adversas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más resiliente
συγκριτικός βαθμός
más resiliente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
resiliente
αρσενικό πληθυντικό
resilientes
θηλυκό ενικό
resiliente
θηλυκό πληθυντικό
resilientes
Παραδείγματα
Juan es muy resiliente y supera los obstáculos con facilidad.
Ο Χουάν είναι πολύ ανθεκτικός και ξεπερνά εμπόδια με ευκολία.



























