cortés
Pronunciation
/kɔɾtˈɛs/

Ορισμός και σημασία του "cortés"στα ισπανικά

01

ευγενικός

que actúa con educación, respeto y buenos modales
cortés definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cortés
συγκριτικός βαθμός
más cortés
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cortés
αρσενικό πληθυντικό
corteses
θηλυκό ενικό
cortés
θηλυκό πληθυντικό
corteses
Παραδείγματα
Me sentí bien recibido gracias a su trato cortés.
Αισθάνθηκα καλά δεκτός χάρη στην ευγενική του συμπεριφορά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store