Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tosco
01
αγροίκος
que tiene modales poco refinados o es brusco en el trato
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más tosco
συγκριτικός βαθμός
más tosco
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tosco
αρσενικό πληθυντικό
toscos
θηλυκό ενικό
tosca
θηλυκό πληθυντικό
toscas
Παραδείγματα
Me sorprendió lo tosco que fue con la camarera.
Με εξέπληξε πόσο αγενής ήταν με τη σερβιτόρα.



























