el solista
Pronunciation
/solˈista/

Ορισμός και σημασία του "solista"στα ισπανικά

01

σολίστας

persona que canta o toca un instrumento sola, sin acompañamiento del grupo
el solista definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
solistas
Παραδείγματα
Cada solista practicó durante semanas antes del concierto.
Κάθε σολίστ εξασκήθηκε για εβδομάδες πριν από τη συναυλία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store