el solista
so
so
σο
lis
ˈlis
λισ
ta
ta
τα
coristabudistajuristabarista

Ορισμός και σημασία του "solista"στα ισπανικά

01

σολίστας

persona que canta o toca un instrumento sola, sin acompañamiento del grupo 
el solista definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
solistas
αρσενικό ενικό
solista
θηλυκό ενικό
solista
Παραδείγματα
El solista interpretó un solo de violín. 

Ο σολίστας ερμήνευσε ένα σόλο βιολιού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store