Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recuperar
01
ανακτώμαι
volver a un estado normal de salud, energía o situación después de una enfermedad, accidente o dificultad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
recupero
γ΄ ενικό πρόσωπο
recupera
ενεστώτα μετοχή
recuperando
απλός αόριστος
recuperó
παθητική μετοχή
recuperado
Παραδείγματα
Me recuperé rápidamente después de la gripe.
Ανέκαμψα γρήγορα μετά τη γρίπη.



























