Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El oncólogo
01
ονκολόγος
médico especialista en el diagnóstico y tratamiento del cáncer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
oncólogos
αρσενικό ενικό
oncólogo
θηλυκό ενικό
oncóloga
neutral form
especialista en oncología
Παραδείγματα
Consulté al oncólogo tras el diagnóstico de cáncer.
Συμβουλεύτηκα τον ογκολόγο μετά τη διάγνωση του καρκίνου.



























