Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La torcedura
01
στραμπουλίγμα, διάστρεμμα
lesión de un ligamento o articulación causada por un giro brusco o movimiento incorrecto
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
torceduras
Παραδείγματα
La torcedura requiere reposo y fisioterapia.
Η διάστρεψη απαιτεί ξεκούραση και φυσιοθεραπεία.



























