la torcedura
tor
toɾ
tor
ce
θe
the
du
ˈðu
dhoo
ra
ɾa
ra
quemadurasoldaduraescrituramordedura

Ορισμός και σημασία του "torcedura"στα ισπανικά

01

στραμπουλίγμα, διάστρεμμα

lesión de un ligamento o articulación causada por un giro brusco o movimiento incorrecto 
la torcedura definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
torceduras
Παραδείγματα
La torcedura de muñeca le impide escribir. 

Η διάστρεψη του καρπού του εμποδίζει να γράφει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store