Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El párpado
01
βλέφαρο, βλέφαρο
piel móvil que cubre y protege el ojo, y que se abre y se cierra para parpadear
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
párpados
Παραδείγματα
Me duele el párpado derecho.
Πονάει το δεξί μου βλέφαρο.



























