Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chutar
01
σουτάρω, κλωτσώ
golpear el balón con el pie con el objetivo de enviar el balón hacia la portería o a un compañero
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
chuto
γ΄ ενικό πρόσωπο
chuta
ενεστώτα μετοχή
chutando
απλός αόριστος
chutó
παθητική μετοχή
chutado
Παραδείγματα
El delantero chutó al arco y marcó un gol.
Ο επιθετικός έριξε προς τα τέρματα και σημείωσε γκολ.



























