Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El sistema operativo
01
λειτουργικό σύστημα, OS
programa principal que controla el funcionamiento de una computadora y sus aplicaciones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sistemas operativos
Παραδείγματα
Cada sistema operativo tiene sus propias ventajas.
Κάθε λειτουργικό σύστημα έχει τα δικά του πλεονεκτήματα.



























