el router
rou
ˈrau
raoo
ter
teɾ
ter
bannerplacertallercorrer

Ορισμός και σημασία του "router"στα ισπανικά

01

δρομολογητής

dispositivo que distribuye la conexión de internet a varios equipos 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
routers
Παραδείγματα
El router está en la sala de estar. 

Ο δρομολογητής είναι στο σαλόνι.

Λεξικό Δέντρο

router
rout
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store