Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
señalizar
01
σηματοδοτώ, υποδεικνύω
indicar una acción o dirección usando luces, señales o gestos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
señalizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
señaliza
ενεστώτα μετοχή
señalizando
απλός αόριστος
señalizó
παθητική μετοχή
señalizado
Παραδείγματα
En la carretera, todos deben señalizar los cambios de dirección.
Στον δρόμο, όλοι πρέπει να σηματοδοτούν τις αλλαγές κατεύθυνσης.



























