Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
viralizar
01
γίνομαι viral
hacerse muy popular y difundirse rápidamente en internet o redes sociales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
viralizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
viraliza
ενεστώτα μετοχή
viralizando
απλός αόριστος
viralizó
παθητική μετοχή
viralizado
Παραδείγματα
El meme se viralizó entre los jóvenes.
Το meme έγινε viral ανάμεσα στους νέους.



























