Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reportar
01
αναφέρω, πληροφορώ
informar sobre un hecho o situación a alguien, especialmente en medios
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reporto
γ΄ ενικό πρόσωπο
reporta
ενεστώτα μετοχή
reportando
απλός αόριστος
reportó
παθητική μετοχή
reportado
Παραδείγματα
El periodista reportó la noticia a la agencia.
Ο δημοσιογράφος ανέφερε την είδηση στο πρακτορείο.
02
αναφέρω
informar o rendir cuentas a alguien sobre acciones, sucesos o situaciones
Παραδείγματα
Los empleados se deben reportar al supervisor al inicio del turno.
Οι υπάλληλοι πρέπει να αναφέρονται στον επόπτη στην αρχή της βάρδιας.



























