Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transmitir
01
μεταδίδω, εκπέμπω
enviar información, señales o mensajes a otras personas o medios
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
transmito
γ΄ ενικό πρόσωπο
transmite
ενεστώτα μετοχή
transmitiendo
απλός αόριστος
transmitió
παθητική μετοχή
transmitido
Παραδείγματα
La radio transmitirá el partido en vivo.
Το ραδιόφωνο θα μεταδώσει τον αγώνα ζωντανά.



























