Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La veracidad
01
αλήθεια, αξιοπιστία
cualidad de ser verdadero, exacto o confiable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La veracidad de la información es crucial.
Η αλήθεια των πληροφοριών είναι καθοριστική.
LanGeek



























