el ta
ta
ta
τα
ˈβu
βου
tutúPerúmenúemú

Ορισμός και σημασία του "tabú"στα ισπανικά

01

ταμπού, απαγόρευση

tema, palabra o acción que está prohibida o socialmente inaceptable 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tabúes
Παραδείγματα
En algunas culturas, la muerte es un tabú. 

Σε ορισμένες κουλτούρες, ο θάνατος είναι ταμπού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store