Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reconciliar
01
συμφιλιώνω, διαλλαγή
hacer que personas o grupos vuelvan a estar en buena relación después de un conflicto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reconcilio
γ΄ ενικό πρόσωπο
reconcilia
ενεστώτα μετοχή
reconciliando
απλός αόριστος
reconcilió
παθητική μετοχή
reconciliado
Παραδείγματα
La familia logró reconciliarse después de años de conflicto.
Η οικογένεια κατάφερε να συμφιλιωθεί μετά από χρόνια σύγκρουσης.



























