Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agredir
01
επιτίθεμαι, προσβάλλω
atacar o causar daño físico o verbal a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
agredo
γ΄ ενικό πρόσωπο
agrede
ενεστώτα μετοχή
agrediendo
απλός αόριστος
agredió
παθητική μετοχή
agredido
Παραδείγματα
La ley protege a las personas de ser agredidas.
Ο νόμος προστατεύει τα άτομα από το να επιτεθούν.



























