camuflar
Pronunciation
/kˌamuflˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "camuflar"στα ισπανικά

camuflar
01

καμουφλάρω

disfrazar o disimular algo para que no se note o para que se confunda con el entorno
camuflar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
camuflo
γ΄ ενικό πρόσωπο
camufla
ενεστώτα μετοχή
camuflando
απλός αόριστος
camufló
παθητική μετοχή
camuflado
Παραδείγματα
Camuflaron la entrada secreta detrás de la cascada.
Καμουφλάρισαν τη μυστική είσοδο πίσω από τον καταρράκτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store