camuflar
ca
ka
κα
muf
ˈmuf
μουφ
lar
laɾ
λαρ
recordarincautarexfoliarescuchar

Ορισμός και σημασία του "camuflar"στα ισπανικά

camuflar
01

καμουφλάρω

disfrazar o disimular algo para que no se note o para que se confunda con el entorno 
camuflar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
camuflo
γ΄ ενικό πρόσωπο
camufla
ενεστώτα μετοχή
camuflando
απλός αόριστος
camufló
παθητική μετοχή
camuflado
Παραδείγματα
El camaleón puede camuflarse con el entorno. 

Ο χαμαιλέοντας μπορεί να καμουφλαριστεί με το περιβάλλον.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store