Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
camuflar
01
καμουφλάρω
disfrazar o disimular algo para que no se note o para que se confunda con el entorno
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
camuflo
γ΄ ενικό πρόσωπο
camufla
ενεστώτα μετοχή
camuflando
απλός αόριστος
camufló
παθητική μετοχή
camuflado
Παραδείγματα
Camuflaron la entrada secreta detrás de la cascada.
Καμουφλάρισαν τη μυστική είσοδο πίσω από τον καταρράκτη.



























