el servicio público
ser
seɾ
σερ
vic
ˈbiθ
μπιθ
io
jo
γο
púb
puβ
πουβ
li
li
λι
co
ko
κο

Ορισμός και σημασία του "servicio público"στα ισπανικά

El servicio público
01

δημόσια υπηρεσία, κοινωνική υπηρεσία

actividad o institución que proporciona bienes o servicios esenciales a la sociedad 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
servicios públicos
Παραδείγματα
La policía es un servicio público esencial. 

Η αστυνομία είναι μια ουσιαστική δημόσια υπηρεσία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store