Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El servicio público
01
δημόσια υπηρεσία, κοινωνική υπηρεσία
actividad o institución que proporciona bienes o servicios esenciales a la sociedad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
servicios públicos
Παραδείγματα
El servicio público de salud atiende a todos los ciudadanos.
Η δημόσια υπηρεσία υγείας εξυπηρετεί όλους τους πολίτες.



























