Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ganadería
01
κτηνοτροφία, ράντσο
actividad económica dedicada a la cría y cuidado del ganado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La familia se dedica a la ganadería bovina.
Η οικογένεια ασχολείται με την κτηνοτροφία βοοειδών.



























