Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ensamblar
01
συναρμολογώ
unir piezas para formar un objeto completo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ensamblo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ensambla
ενεστώτα μετοχή
ensamblando
απλός αόριστος
ensambló
παθητική μετοχή
ensamblado
Παραδείγματα
Tenemos que ensamblar los muebles nuevos.
Πρέπει να συναρμολογήσουμε τα νέα έπιπλα.



























