Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ensamblar
01
συναρμολογώ
unir piezas para formar un objeto completo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ensamblo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ensambla
ενεστώτα μετοχή
ensamblando
απλός αόριστος
ensambló
παθητική μετοχή
ensamblado
Παραδείγματα
El robot puede ensamblar las partes con rapidez.
Το ρομπότ μπορεί να συναρμολογήσει τα μέρη γρήγορα.



























