Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soñador
01
ονειροπόλος
que imagina mucho, piensa en ilusiones o proyectos poco reales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el/la más soñador/soñadora
συγκριτικός βαθμός
más soñador/soñadora
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
soñador
αρσενικό πληθυντικό
soñadores
θηλυκό ενικό
soñadora
θηλυκό πληθυντικό
soñadoras
Παραδείγματα
La música tiene un tono soñador.
Η μουσική έχει ένα ονειροπόλο τόνο.



























