soñador
so
so
so
ña
ɲa
nia
dor
ˈðoɾ
dhor
tiradortemblorecuadorpodador

Ορισμός και σημασία του "soñador"στα ισπανικά

01

ονειροπόλος

que imagina mucho, piensa en ilusiones o proyectos poco reales 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el/la más soñador/soñadora
συγκριτικός βαθμός
más soñador/soñadora
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
soñador
αρσενικό πληθυντικό
soñadores
θηλυκό ενικό
soñadora
θηλυκό πληθυντικό
soñadoras
θεματικό πεδίο
personalidad, cognición, conducta
Παραδείγματα
Ella es muy soñadora y siempre habla de sus sueños. 

Είναι πολύ ονειροπόλος και μιλάει πάντα για τα όνειρά της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store