Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rencoroso
01
μνησίκακος
que guarda resentimiento o enojo durante mucho tiempo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más rencoroso
συγκριτικός βαθμός
más rencoroso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rencoroso
αρσενικό πληθυντικό
rencorosos
θηλυκό ενικό
rencorosa
θηλυκό πληθυντικό
rencorosas
Παραδείγματα
Mi compañero es rencoroso y guarda todo en la memoria.
Ο συμμαθητής μου είναι μνησίκακος και θυμάται τα πάντα.



























