Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
terco
01
πεισματάρης
que se mantiene firme en sus ideas o decisiones, aunque esté equivocado o le cueste cambiar de opinión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más terco
συγκριτικός βαθμός
más terco
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
terco
αρσενικό πληθυντικό
tercos
θηλυκό ενικό
terca
θηλυκό πληθυντικό
tercas
Παραδείγματα
A veces los perros pueden ser terco.
Μερικές φορές τα σκυλιά μπορεί να είναι πεισματάρικα.



























