Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agil
01
ευκίνητος, ελαφρός
que se mueve o actúa con rapidez, facilidad y coordinación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ágil
συγκριτικός βαθμός
más ágil
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ágil
αρσενικό πληθυντικό
ágiles
θηλυκό ενικό
ágil
θηλυκό πληθυντικό
ágiles
Παραδείγματα
Los niños ágiles juegan sin cansarse.
Τα ευκίνητα παιδιά παίζουν χωρίς να κουράζονται.



























