agil
a
a
α
gil
ˈxil
χιλ
raílmilmisilsenil

Ορισμός και σημασία του "agil"στα ισπανικά

01

ευκίνητος, ελαφρός

que se mueve o actúa con rapidez, facilidad y coordinación 
agil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ágil
συγκριτικός βαθμός
más ágil
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ágil
αρσενικό πληθυντικό
ágiles
θηλυκό ενικό
ágil
θηλυκό πληθυντικό
ágiles
θεματικό πεδίο
movimiento, habilidad, cuerpo
Παραδείγματα
El gato es muy ágil. 

Η γάτα είναι πολύ ευκίνητη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store