Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El adultez
01
ενηλικίωση
etapa de la vida después de la juventud, cuando una persona alcanza plena responsabilidad física, emocional y social
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La planificación financiera es clave en la adultez.
Ο οικονομικός σχεδιασμός είναι καθοριστικός στην ενήλικη ζωή.



























