Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El situación laboral
01
εργασιακή κατάσταση, κατάσταση απασχόλησης
condición en la que se encuentra una persona respecto a su empleo
Παραδείγματα
El gobierno analiza la situación laboral de los jóvenes.
Η κυβέρνηση αναλύει την εργασιακή κατάσταση των νέων.



























