Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El piñata
01
πιγιάτα
recipiente decorado de papel o barro, lleno de dulces y juguetes, que se rompe en fiestas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
piñatas
Παραδείγματα
Los niños rompieron la piñata en el cumpleaños.
Τα παιδιά έσπασαν την πιγιάτα στο πάρτι γενεθλίων.



























