Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tostar
01
ψήνω
dorar o calentar un alimento, generalmente pan o semillas, hasta que se ponga crujiente o adquiera color
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tuesto
γ΄ ενικό πρόσωπο
tuesta
ενεστώτα μετοχή
tostando
απλός αόριστος
tostó
παθητική μετοχή
tostado
Παραδείγματα
Mi abuela siempre tostaba el pan viejo para hacerlo crujiente.
Η γιαγιά μου πάντα ψήνει το παλιό ψωμί για να το κάνει τραγανό.



























