pelar
Pronunciation
/pelˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "pelar"στα ισπανικά

01

ξύνω, αποφλοιώνω

quitar la piel o cáscara de frutas, verduras u otros alimentos
pelar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
pelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
pela
ενεστώτα μετοχή
pelando
απλός αόριστος
peló
παθητική μετοχή
pelado
Παραδείγματα
Pelamos los pepinos para la ensalada.
Ξεφλουδίζουμε τα αγγούρια για τη σαλάτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store