pelar
pe
pe
pe
lar
ˈlaɾ
lar
pelearpesarpegarpilar

Ορισμός και σημασία του "pelar"στα ισπανικά

01

ξύνω, αποφλοιώνω

quitar la piel o cáscara de frutas, verduras u otros alimentos 
pelar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
pelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
pela
ενεστώτα μετοχή
pelando
απλός αόριστος
peló
παθητική μετοχή
pelado
Παραδείγματα
Voy a pelar las manzanas para hacer la tarta. 

Πρόκειται να ξαφρίσω τα μήλα για να φτιάξω την πίτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store