Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pelar
01
ξύνω, αποφλοιώνω
quitar la piel o cáscara de frutas, verduras u otros alimentos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
pelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
pela
ενεστώτα μετοχή
pelando
απλός αόριστος
peló
παθητική μετοχή
pelado
Παραδείγματα
Voy a pelar las manzanas para hacer la tarta.
Πρόκειται να ξαφρίσω τα μήλα για να φτιάξω την πίτα.



























