roto
ro
ˈro
ro
to
to
to
fotovotomotopiloto

Ορισμός και σημασία του "roto"στα ισπανικά

01

σπασμένος, χαλασμένος

que está partido o hecho pedazos 
roto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más roto
συγκριτικός βαθμός
más roto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
roto
αρσενικό πληθυντικό
rotos
θηλυκό ενικό
rota
θηλυκό πληθυντικό
rotas
Παραδείγματα
La silla está rota y no se puede usar. 

Η καρέκλα είναι σπασμένη και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί.

02

κατεστραμμένος, σπασμένος

que ha perdido su funcionamiento o se encuentra dañado 
roto definition and meaning
Παραδείγματα
La computadora está rota y no enciende. 

Ο υπολογιστής είναι χαλασμένος και δεν ανάβει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store