Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
roto
01
σπασμένος, χαλασμένος
que está partido o hecho pedazos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más roto
συγκριτικός βαθμός
más roto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
roto
αρσενικό πληθυντικό
rotos
θηλυκό ενικό
rota
θηλυκό πληθυντικό
rotas
Παραδείγματα
La silla está rota y no se puede usar.
Η καρέκλα είναι σπασμένη και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί.
02
κατεστραμμένος, σπασμένος
que ha perdido su funcionamiento o se encuentra dañado
Παραδείγματα
La computadora está rota y no enciende.
Ο υπολογιστής είναι χαλασμένος και δεν ανάβει.



























