el nel
ˈtu
too
nel
nel
nel

Ορισμός και σημασία του "túnel"στα ισπανικά

01

τούνελ

pasaje subterráneo o a través de una montaña que permite el paso de vehículos, trenes o personas 
el túnel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
túneles
Παραδείγματα
El tren pasa por un túnel bajo la montaña. 

Το τρένο περνάει από ένα τούνελ κάτω από το βουνό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store