Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El desfile
01
παρέλαση, πομπή
marcha organizada de personas, vehículos o grupos con un fin festivo, conmemorativo o militar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
desfiles
Παραδείγματα
Fuimos al desfile de carnaval.
Πήγαμε στην παρέλαση του καρναβαλιού.



























