Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suspirar
01
αναστενάζω
expulsar aire lentamente mostrando emoción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
suspiro
γ΄ ενικό πρόσωπο
suspira
ενεστώτα μετοχή
suspirando
απλός αόριστος
suspiró
παθητική μετοχή
suspirado
Παραδείγματα
A veces suspiro cuando estoy cansado.



























