sonreír
son
son
σον
reír
ˈreiɾ
ρειρ
sofreír

Ορισμός και σημασία του "sonreír"στα ισπανικά

sonreír
01

χαμογελώ

mostrar alegría o felicidad con la boca 
sonreír definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sonrío
γ΄ ενικό πρόσωπο
sonríe
ενεστώτα μετοχή
sonriendo
απλός αόριστος
sonrió
παθητική μετοχή
sonreído
Παραδείγματα
Siempre me gusta sonreír por la mañana. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store