Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
socio
01
συνέταιρος, επιχειρηματικός συνεργάτης
persona que comparte un negocio o una organización con otra
Παραδείγματα
Prefiero tener un socio para compartir riesgos.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συνέταιρος, επιχειρηματικός συνεργάτης