el oligarca
oligarca

Ορισμός και σημασία του "oligarca"στα ισπανικά

01

ολιγάρχης, μέλος της ολιγαρχίας

una persona que es miembro de una pequeña y poderosa élite que gobierna o controla un estado u organización 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
oligarcas
Παραδείγματα
Los oligarcas se hicieron ricos tras la privatización. 

Οι ολιγάρχες έγιναν πλούσιοι μετά την ιδιωτικοποίηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store