ofensivo
o
o
ο
fen
fen
φεν
si
ˈsi
σι
vo
βo
βο
negativoadhesivocreativoefectivo

Ορισμός και σημασία του "ofensivo"στα ισπανικά

01

προσβλητικός, εξευτελιστικός

que hiere los sentimientos de alguien o provoca molestia, insulto o desprecio 
ofensivo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ofensivo
συγκριτικός βαθμός
más ofensivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ofensivo
αρσενικό πληθυντικό
ofensivos
θηλυκό ενικό
ofensiva
θηλυκό πληθυντικό
ofensivas
θεματικό πεδίο
comunicación, comportamiento, moral
Παραδείγματα
Ese comentario es ofensivo y no debería repetirse. 

Αυτό το σχόλιο είναι προσβλητικό και δεν πρέπει να επαναληφθεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store