la ocupación
ocupación
ocultación

Ορισμός και σημασία του "ocupación"στα ισπανικά

01

επάγγελμα

actividad profesional o laboral que realiza una persona 
la ocupación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ocupaciones
Παραδείγματα
Su ocupación principal es la enseñanza. 

Η κύρια απασχόλησή της είναι η διδασκαλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store