Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ocupación
01
επάγγελμα
actividad profesional o laboral que realiza una persona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ocupaciones
Παραδείγματα
La ocupación de médico es muy demandante.
Η εργασία ως γιατρός είναι πολύ απαιτητική.



























