ocular

Ορισμός και σημασία του "ocular"στα ισπανικά

01

οφθαλμικός, οπτικός

relativo al ojo o a la visión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ocular
αρσενικό πληθυντικό
oculares
θηλυκό ενικό
ocular
θηλυκό πληθυντικό
oculares
Παραδείγματα
La cirugía ocular fue un éxito.
Η οφθαλμική χειρουργική επέμβαση ήταν επιτυχής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store