Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La obertura
01
ουβερτούρα, προοίμιο
una pieza instrumental que sirve como introducción a una ópera o a un musical
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
oberturas
Παραδείγματα
La orquesta tocó la obertura de la ópera con gran energía.
Η ορχήστρα έπαιξε την ουβερτούρα της όπερας με μεγάλη ενέργεια.



























