Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La obertura
01
ουβερτούρα, προοίμιο
una pieza instrumental que sirve como introducción a una ópera o a un musical
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
oberturas
Παραδείγματα
Aprendió a tocar la obertura en su piano en casa.
Έμαθε να παίζει την ουβερτούρα στο πιάνο του στο σπίτι.



























