noble

Ορισμός και σημασία του "noble"στα ισπανικά

01

ευγενής

que tiene dignidad, honor o cualidades morales elevadas
noble definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas noble
συγκριτικός βαθμός
mas noble
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
noble
αρσενικό πληθυντικό
nobles
θηλυκό ενικό
noble
θηλυκό πληθυντικό
nobles
Παραδείγματα
Tiene un carácter noble y sincero.
Έχει ευγενή και ειλικρινή χαρακτήρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store