Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La nicotina
01
νικοτίνη, εθιστική ουσία που βρίσκεται στον καπνό
sustancia adictiva que se encuentra en el tabaco
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El humo del tabaco libera nicotina al cuerpo.
Ο καπνός του καπνού απελευθερώνει νικοτίνη στο σώμα.



























