Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nicaragüense
01
νικαραγουανός, σχετικός με τη Νικαράγουα
relacionado con Nicaragua o su gente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nicaragüense
αρσενικό πληθυντικό
nicaragüenses
θηλυκό ενικό
nicaragüense
θηλυκό πληθυντικό
nicaragüenses
Παραδείγματα
La comida nicaragüense es muy sabrosa.
Το Νικαραγουανό φαγητό είναι πολύ νόστιμο.



























