Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
neutro
01
ουδέτερος, αμερόληπτος
que no toma partido o no se inclina por ningún lado en un conflicto o debate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más neutro
συγκριτικός βαθμός
más neutro
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
neutro
αρσενικό πληθυντικό
neutros
θηλυκό ενικό
neutra
θηλυκό πληθυντικό
neutras
Παραδείγματα
El informe es neutro y no favorece a ninguna de las partes.
Η έκθεση είναι ουδέτερη και δεν ευνοεί κανένα από τα μέρη.
02
ουδέτερο, διακριτικό
que es de un color discreto que no destaca, como el beige o el gris
Παραδείγματα
El negro es un color neutro muy elegante.
Το μαύρο είναι ένα πολύ κομψό ουδέτερο χρώμα.



























